
Οι τιμές του κρέατος φέτος για το πασχαλινό τραπέζι θα «χτυπήσουν» ιστορικά ρεκόρ.
Οι μεγαλύτερες σε σχέση με το παρελθόν εξαγωγές ελληνικών αρνιών και κατσικιών σε Ισπανία, Ιταλία και Πορτογαλία για το καθολικό Πάσχα έχoυν «στεγνώσει» την αγορά από αιγοπρόβατα (κυρίως κατσίκια) και σε συνδυασμό με το κόστος παραγωγής που εκτινάχθηκε λόγω της ανόδου των ζωοτροφών και του ρεύματος θα
έχουν σοβαρό αντίκτυπο στην τσέπη του καταναλωτή.Δεν αποκλείεται να δούμε τιμές κοντά στα 15 ευρώ το κιλό φέτος για το αρνάκι και το κατσικάκι. Μάλιστα οι εξαγωγές προς τις τρεις ευρωπαϊκές χώρες αφορούσαν μικρά ζώα έως 6 κιλά, καθώς εκεί δεν σουβλίζουν αλλά φουρνίζουν το κρέας, οπότε διαθέσιμα στην αγορά είναι μεγάλα ζώα από 8 κιλά και πάνω.
Ο κίνδυνος από τις σοβαρές ανατιμήσεις δεν απειλεί μόνο την τσέπη των καταναλωτών αλλά και την ίδια την πρωτογενή παραγωγή.
«Αναγκαζόμαστε να σφάξουμε ζώα παραγωγικά που παράγουν γάλα ώστε με τα χρήματα που θα εισπράξουμε να αγοράσουμε ζωοτροφές για να ταΐσουμε τα υπόλοιπα», αναφέρει στο iefimerida ο κ. Παναγιώτης Πεβερέτος, πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικής Κτηνοτροφίας και εξηγεί: « Οι τιμές στις ζωοτροφές αυξήθηκαν πάνω από 70% και σε συνδυασμό με το διπλασιασμό στους λογαριασμούς ρεύματος και φυσικού αερίου το κόστος παραγωγής για τα αιγοπρόβατα έχει αυξηθεί πάνω από 80%. Οι ζωοτροφές συμμετέχουν στο συνολικό κόστος παραγωγής ενός αρνιού ή ενός κατσικιού κατά 70% και η ενέργεια κατά 15%. Οι αυξήσεις στις ζωοτροφές ξεκίνησαν πριν τον πόλεμο. Απλώς τώρα έχουν εκτροχιαστεί. Πολύ συνάδελφοι ήταν ήδη στο κόκκινο και πλέον έχει δημιουργηθεί σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας για αυτό και αναγκαζόμαστε να σφάζουμε ζώα παραγωγικά εκτός προγραμματισμού».
Άλλοι παράγοντες της αγοράς πάντως εκτιμούν πως δύσκολα οι τιμές των αιγοπροβάτων θα περιοριστούν στα 15 ευρώ το κιλό και αναφέρουν πως θα προσεγγίσουν τα 17 ευρώ, καθώς όσο πλησιάζουμε προς το Πάσχα η τάση για αισχροκέρδεια ορισμένων επαγγελματιών δεν θα εκλείψει και φέτος. Πέρσυ το κιλό το αρνί ξεκίνησε από 10 ευρώ το κιλό. Εισαγωγές που θα καλύψουν τη ζήτηση και ενδεχομένως θα «ρίξουν» το μέσο κόστος θα γίνουν από Αλβανία, Σκόπια και Βουλγαρία.
Ως χώρα, στο βοδινό κρέας έχουμε αυτάρκεια της τάξης του 15% (το υπόλοιπο 85% της ζήτησης εισάγεται), στο χοιρινό κρέας αυτάρκεια 25%, στα πουλερικά 85% και στο αιγοπρόβειο κρέας 88%.
Ο κ. Θάνος Αγγελάκης πρόεδρος της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Πτηνοτροφίας επισημαίνει: «Το κόστος των πρώτων υλών (ζωοτροφές-ενέργεια κ.α.) έχει μια μέση ανατίμηση της τάξης του 60% ανάλογα με την πτηνοτροφική επιχείρηση. Εδώ θα πρέπει να τονίσω πως στις ζωοτροφές ούτε καν ο πόλεμος δεν δικαιολογεί τέτοιες ανατιμήσεις. Η αισχροκέρδεια είναι παρών. Οι επιχειρήσεις στην πτηνοτροφία όμως είναι έντονα βιομηχανοποιημένες και μπορούν να πετυχαίνουν οικονομίες κλίμακος. Αυτό μας επιτρέπει να απορροφήσουμε ένα μέρος της αύξησης στο κόστος παραγωγής. Ειδικότερα, απορροφήσαμε το 30% και το υπόλοιπο 30% πέρασε στην αγορά μέσω ανατιμήσεων. Δεν είναι μικρό το ποσοστό των αυξήσεων αλλά δεν γινόταν αλλιώς» Σχετικά με τις τιμές την περίοδο του Πάσχα ο κ. Αγγελάκης αναφέρει: «Στο χύμα κοτόπουλο στα σουπερμάρκετ η τιμή θα είναι κοντά στα 4 ευρώ το κιλό από 2,90-2,97 ευρώ πέρσυ. Το συσκευασμένο κοτόπουλο από 5 ευρώ πέρσυ θα πωλείται κοντά στα 6,5 ευρώ το κιλό».
Σύμφωνα με τον κ. Αγγελάκη, «τα νοικοκυριά πλήττονται κυρίως από τις ανατιμήσεις στην ενέργεια και ακολουθούν τα τρόφιμα. Οι αυξήσεις όμως στην ενέργεια είναι εξωφρενικές και σίγουρα θα επηρεάσουν και τον προϋπολογισμό του νοικοκυριού για το πασχαλινό τραπέζι». Αναφορικά με την αυτάρκεια στο άσπρο κρέας ο κ. Αγγελάκης επισημαίνει: «Εχουμε μεγάλη αυτάρκεια από την εγχώρια παραγωγή για αυτό και οι εισαγωγές είναι αμελητέες. Αυτό συμβαίνει γιατί και σε κόστος αλλά και σε ποιότητα το ελληνικό κοτόπουλο είναι πλήρως ανταγωνιστικό με τα ξένα και δεν δημουργείται ”χώρος” για αθρόες εισαγωγές».
Οι συνενώσεις εκμεταλλεύσεων θα ήταν μια λύση, ή ο εκβιομηχανισμός υποκατηγοριών κρέατος. Για παράδειγμα μια μεγάλη κτηνοτροφική επιχείρηση πέρσυ πλήρωνε ρεύμα 150.000 ευρώ και φέτος οι λογαριασμοί που έχουν έρθει ξεπερνάνε τα 300.000 ευρώ. Οταν όμως η συγκεκριμένη επιχείρηση κάνει τζίρο πάνω από 10 εκατ ευρώ μπορεί να ανταπεξέλθει σε αυτό το κόστος και να μην το μετακυλίσει στην τελική τιμή του προϊόντος. Σε αντίθεση βεβαίως με έναν αυτόνομο παραγωγό που στη σημερινή συγκυρία τα κόστη τον πνίγουν και αναγκάζεται να αυξήσει την τιμή του προϊόντος για να επιβιώσει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου