
Οραματιστές, τολμηροί και ακούραστοι, οι αδερφοί Γιάννης και Μίλτος Μανάκια ή Μανάκη, παιδιά μιας αγροτικής οικογένειας από την Αβδέλλα Γρεβενών, έφεραν την τέχνη της φωτογραφίας και του κινηματογράφου στα Βαλκάνια, διατρέχοντας την ύπαιθρο και τα μεγάλα αστικά κέντρα, καταγράφοντας τη ζωή των ανθρώπων του μόχθου, στιγμές ξεγνοιασιάς και ψυχαγωγίας, καθώς και αρχιτεκτονικά τοπόσημα, ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα που σηματοδότησαν τις αλλαγές του πρώτου μισού του 20ού αιώνα.
Μας δίνουν το υλικό να δούμε και να κατανοήσουμε τα πρόσωπα
της εποχής εκείνης, τα ήθη και τα έθιμα που χαρακτήριζαν την καθημερινότητά τους, διασώζοντας με μέσο τη φωτογραφία το φυσικό περιβάλλον της περιοχής, την αρχιτεκτονική του χωριού και του άστεως, τη λαογραφία και τον πολιτισμό, τη γεωκουλτούρα δηλαδή του γυρίσματος από τον 19ο στον 20ό αιώνα.Η έκθεση στο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα που συμμετέχει στην 8η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης, την οποία διοργανώνει το MOMus υπό τον γενικό τίτλο «Γεωκουλτούρα», με τίτλο «Γιάννης και Μίλτος Μανάκια. Τα πρόσωπα πίσω από τον φακό», παρουσιάζει για πρώτη φορά στο κοινό μια μεγάλη συλλογή φωτογραφιών από το προσωπικό αρχείο του Λεωνίδα Μανάκη, γιου του Μίλτου Μανάκια.
Η LiFO συνάντησε τη Φανή Τσατσάια, ιστορικό τέχνης, υπ. διδάκτορα Σύγχρονης Ιστορίας ΑΠΘ, διευθύντρια Ιδρύματος Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα και της Νεότερης Ιστορίας της Μακεδονίας (ΙΜΜΑ), τη Σταυρούλα Μαυρογένη, καθηγήτρια Πανεπιστημίου Μακεδονίας, διευθύντρια Κέντρου Έρευνας Μακεδονικής Ιστορίας και Τεκμηρίωσης (ΚΕΜΙΤ) και τη Σίλια Φασιανού, αρχαιολόγο, διαχειρίστρια Πολιτιστικής Κληρονομιάς / ΙΜΜΑ, οι οποίες μας μίλησαν για το πολύτιμο αυτό αρχείο, την εκθεση και τη συμβολή των αδερφών Μανάκη.
Τα δύο αδέλφια έδωσαν το δικό τους στίγμα στον χώρο των Βαλκανίων με τις φωτογραφίες τους και με τα κινηματογραφικά έργα τους. Αιχμαλώτισαν με τον φακό τους όλες τις κοινωνικές ομάδες κατά τη διάρκεια των περιηγήσεών τους, ανθρώπους του μόχθου, κτηνοτρόφους, οπλαρχηγούς, τσιφλικάδες, υπερήλικες, μαθητές και τους δασκάλους τους, και όσα πρόσωπα τους κινούσαν το ενδιαφέρον.
Την ημέρα, λοιπόν, της εκδήλωσης μάς επιφύλασσε μια ιδιαίτερη έκπληξη, όπως αποδείχτηκε, καθώς μας έδωσε ένα κουτί με φωτογραφίες από την προσωπική συλλογή του Μίλτου Μανάκια, οι οποίες του είχαν δοθεί από τον γιο του, Λεωνίδα Μανάκη, με την επιθυμία να αξιοποιηθούν για τη δημιουργία ενός λευκώματος. Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με την υπογραφή του πρωτοκόλλου παράδοσης-παραλαβής του αρχείου και του λοιπού φωτογραφικού υλικού και πρώτη μέριμνά μας ήταν η καταγραφή του περιεχομένου.
Αμέσως συστάθηκε ομάδα εργασίας που αποτελούνταν από εμένα, τη Σταυρούλα Μαυρογένη, καθηγήτρια ΠΑΜΑΚ, διευθύντρια του ΚΕΜΙΤ, και τη Σίλια Φασιανού, αρχαιολόγο – πολιτιστική διαχειρίστρια του μουσείου μας. Στην ίδια ομάδα τον πρώτο καιρό απασχολήθηκαν, στο πλαίσιο της πρακτικής τους άσκησης, και οι φοιτητές του Ιστορικού – Αρχαιολογικού του ΑΠΘ, Σωτήρης Παπαγεωργίου και Δέσποινα Σισμάνογλου.
Το αρχείο περιλαμβάνει 240 φωτογραφίες της εποχής των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα και 77 καρτ ποστάλ με την αλληλογραφία των δύο αδελφών. Πρώτο μας μέλημα η οργάνωση των φωτογραφιών σε θεματικές ενότητες, η τεκμηρίωσή τους και η ταυτοποίηση των προσώπων που απεικονίζονται σε όσες ήταν δυνατό. Η ταυτοποίηση έγινε μέσα από τη βιβλιογραφία που υπάρχει για τους αδελφούς Μανάκια, καθώς σχεδόν καμία φωτογραφία που έχουμε δεν αναγράφει τους εικονιζόμενους. Ήταν μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα τόσο ερευνητικά όσο και συναισθηματικά, θα λέγαμε, διαδικασία καθώς σιγά σιγά γνωρίζαμε τόσο τους ίδιους όσο και την οικογένειά τους.
Το πρώτο, λοιπόν, αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι η έκθεση φωτογραφίας «Γιάννης και Μίλτος Μανάκια. Τα πρόσωπα πίσω από τον φακό», η οποία εντάχθηκε στην 8η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης, που φέτος έχει τον τίτλο «Γεωκουλτούρα».
Τόσο εγώ όσο και η κ. Μαυρογένη, ως επιμελήτριες της έκθεσης, επιλέξαμε μέσα από την έκθεση για τους Μανάκια να «διαβάσουμε» τον όρο γεωκουλτούρα κυριολεκτικά και μεταφορικά, καθώς οι Μανάκια και η οικογένειά τους ασχολούνταν πρωτίστως με τη φροντίδα των ζώων και τα παράγωγά τους και στη συνέχεια με την καλλιέργεια του πνεύματος και την ανάδειξη των ανθρώπων και του περιβάλλοντός τους. Αυτήν τη στιγμή σχεδιάζουμε το λεύκωμα που θα συνοδεύει την έκθεση, με πλούσιο φωτογραφικό υλικό και επεξηγηματικά κείμενα.
Επιπρόσθετα, το γύρισμα του αιώνα από τον 19ο στον 20ό για όλη την Ευρώπη, και ακόμη περισσότερο για τον χώρο των Βαλκανίων, αποτελεί μια ραγδαία αλλαγή. Οι μεγάλες αυτοκρατορίες διαλύονται, εθνικά κράτη «γεννιούνται» και τα δυο αδέλφια μοιάζουν να τρέχουν μαζί με τα γεγονότα, ο καθένας με τη δική του ξεχωριστή προσωπικότητα.
Ο Γιάννης υπήρξε ένα παιδί φιλομαθές και, αφού τελείωσε το δημοτικό σχολείο, γράφηκε στο γυμνάσιο του Μοναστηρίου (σημ. Bitola). Ακούραστος και καλλιτεχνική φύση, άνοιξε στα Γιάννενα αρχικά και στη συνέχεια στο Μοναστήρι φωτογραφείο με το όνομα: «Στούντιο Τέχνης Φωτογραφίας».
Ο Μίλτος, αντίθετα, δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει τη φοίτησή του στο Γυμνάσιο Ιωαννίνων. Από το 1898 άρχισε να εργάζεται στο φωτογραφικό εργαστήριο του αδελφού του. Η επιμέλεια του ενός, το ατίθασο πνεύμα του άλλου και των δύο η αγάπη για την τέχνη τούς έφερε στην πρώτη θέση στον χώρο αρχικά της φωτογραφίας και αργότερα του κινηματογράφου.
Με βάση αυτήν τη διαλεκτική σχέση του προσώπου και του φόντου, ανακαλύπτουμε τη γενικότερη καλλιτεχνική κουλτούρα των φωτογράφων μας. Το ογκώδες φωτογραφικό έργο των αδελφών Μανάκια αποτελεί μια ανεξάντλητη πηγή πληροφοριών για την ιστορία του 19ου αι., ενώ τα πορτρέτα τους, που περιλαμβάνουν φωτογραφίες απλών ανθρώπων, αποκαλύπτουν ενδυματολογικά, κοινωνικά και πολιτισμικά στοιχεία και μας παραδίδουν μια πληρέστερη εικόνα αυτής της περιόδου.
Η ενασχόληση των γυναικών με τις εργασίες του σπιτιού αποτέλεσε επίσης πηγή έμπνευσης για τους αδελφούς Μανάκια και την πρώτη τους ταινία οι «Υφάντρες». Το λαναρισμένο μαλλί που γνέθεται σε νήμα με τη ρόκα και το αδράχτι στάθηκε το αντικείμενο καταγραφής της ταινίας τους.
Γραφική φιγούρα η γιαγιά τους με την παραδοσιακή φορεσιά της να «στολίζει» την αυλή τους, καθώς με τέχνη και γερά χέρια επιτελεί το «ίδιασμα ή διάσιμο» του στημονιού, δηλαδή το καλό τέντωμα και το μέτρημά του, για να περαστεί στον αργαλειό. Η καθημερινή ζωή των Βλάχων ήταν ένας διαρκής αγώνας, είτε επρόκειτο για οικογένειες κτηνοτρόφων είτε εμπόρων.
Ωστόσο, η συνοχή και η αλληλεγγύη της κοινότητας ήταν η αιτία για τη διατήρηση του φυλετικού χαρακτήρα τους. Τα τσελιγκάτα, ως πυρήνας της επαγγελματικής δραστηριότητάς τους, βοήθησαν στην ισχυροποίησή τους, οικονομικά και κοινωνικά.
Γύρω από τα κτηνοτροφικά προϊόντα στήθηκε ένα τεράστιο εμπορικό δίκτυο. Το μαλλί και το δέρμα αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για τη δημιουργία υφαντήριων και ταμπάκικων (βυρσοδεψείων) σε διάφορες πόλεις. Όλες οι παραπάνω περιγραφόμενες δραστηριότητες αποτελούν θεματικές στο έργο των αδελφών Μανάκια και έχουν αποτυπωθεί στο φωτογραφικό χαρτί, αλλά και σε φιλμ.
Εκτός από απεικονίσεις μεμονωμένων προσώπων και τα ομαδικά πορτρέτα, συνέλαβαν φυσικά με τον φακό τους αλλεπάλληλα στιγμιότυπα από την ιδιαίτερη ζωή των ανθρώπων της περιοχής αυτής, αποτυπώνοντας ήθη και έθιμα, ξέγνοιαστες στιγμές στην εξοχή, βόλτες με τα άλογα και αργότερα με το αυτοκίνητο, και πολλές προσωπικές στιγμές τους με την οικογένεια και τους δικούς τους ανθρώπους. Στο φόντο βλέπουμε το φυσικό περιβάλλον και τη βλάστηση να «αγκαλιάζουν» τα πρόσωπα και να δένουν σε ένα αρμονικό, ηθογραφικό αποτέλεσμα.
Σίλια Φασιανού: Η ευρεία διάδοση της τέχνης της φωτογραφίας και η ανάπτυξη της τεχνολογίας οδήγησαν στο γέννημα της 7ης τέχνης, του κινηματογράφου. Τα δύο αδέλφια αγόρασαν την πρώτη τους κινηματογραφική μηχανή μάρκας Bioscope 300 από το Λονδίνο το 1905 και την επόμενη χρονιά μετέφεραν το φωτογραφείο τους από τα Ιωάννινα στο Μοναστήρι.
Μεταξύ των ετών 1905-1907 οι αδελφοί Μανάκια ταξίδεψαν στον βαλκανικό χώρο και στην Ευρώπη, όπου γνώρισαν την κινηματογραφική τέχνη και προμηθεύτηκαν τεχνολογικό εξοπλισμό από τη Βιέννη, το Παρίσι και άλλες πόλεις. Το φωτογραφικό εργαστήριό τους ανέπτυξε ιδιαίτερες εμπορικές σχέσεις με διάφορες αντιπροσωπείες που ασχολούνταν με εμπορία φωτογραφικού υλικού, όπως η εταιρεία F. Matthias στη Δρέσδη και η Weiss A.D. στο Ζάγκρεμπ.
Εκτός όμως από τον κινηματογραφικό εξοπλισμό, τα αδέλφια απέκτησαν και τέσσερις φωτογραφικές μηχανές μάρκας Zeiss και Kodak. Χρόνια αργότερα ο Μίλτος θα διηγηθεί: «Η φωτογραφία είναι από μόνη της ένα είδος τέχνης. Είμαστε και εμείς κάτι σαν ζωγράφοι μιας νέας εποχής».
Κινηματογράφησαν, επίσης, γεγονότα όπως την Επανάσταση των Νεότουρκων το 1908, την επίσκεψη του σουλτάνου Μεχμέτ Ρεσάτ Ε΄ στη Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια τη μετάβασή του σιδηροδρομικώς στο Μοναστήρι, τον Ιούνιο του 1911. Οι Μανάκια ακολούθησαν και κινηματογράφησαν την περιοδεία του σουλτάνου και έλαβαν τον τίτλο των «Αυλικών Φωτογράφων».
Επίσης, μια από τις πρώτες ταινίες των αδελφών Μανάκια καταγράφει τη διδασκαλία μαθημάτων στην αυλή του σχολείου της Αβδέλλας (1907) και στο φωτογραφικό αρχείο του ΙΜΜΑ έχουμε πολλές ανάλογες φωτογραφίες με τους μαθητές και τους δασκάλους τους να «στήνονται» για τη φωτογραφική αποτύπωσή τους, αλλά και τη «σύλληψη» από τον φωτογραφικό φακό τη στιγμή της πρωινής προσευχής. Μας άφησαν δεκάδες κινηματογραφικές ταινίες και χιλιάδες φωτογραφίες, καλλιτεχνική δραστηριότητα σπουδαίας λαογραφικής σημασίας.
Στο αρχείο μας έχουμε φωτογραφίες από την Αβδέλλα, το Περιβόλι, τη Σμίξη, τη Βωβούσα, το Μοναστήρι, τη Θεσσαλονίκη, τη Φιλιππούπολη και άλλα μέρη της περιοχής, όλα μέσα από τη ματιά των δύο αδελφών.
Πρέπει να είμαστε ευγνώμονες για το ταλέντο και την οξυδέρκειά τους να αδράξουν την ευκαιρία και να ασχοληθούν με μια τέχνη που διένυε τις πρώτες δεκαετίες ζωής και του κινηματογράφου στα πρώτα του βήματα.
Θυμίζουμε ότι μόλις στα τέλη του 1895 πραγματοποιείται η πρώτη παγκοσμίως κινηματογραφική προβολή από τους αδελφούς Λιμιέρ. Το ζωντάνεμα της φωτογραφίας, όχι μόνο μέσα από τις στημένες και επιτηδευμένες φωτογραφίες αλλά και μέσα από τον κινηματογράφο, οι Μανάκια θα το ανάγουν σε υψηλή τέχνη και θα καταγράψουν ανθρώπους και τοπία σε όλα τα Βαλκάνια.
Ο πολιτισμός, είτε ως υλικό ώσμωσης είτε ως εξαγώγιμο προϊόν, μπορεί να κατανοηθεί αφενός ως όργανο πολιτικής ή οικονομικής δύναμης, αφετέρου ως εργαλείο διεθνούς επικοινωνίας και κατανόησης. Η τέχνη ως πολιτική, ή τακτική, μέσο ή και όργανο, χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται από τις χώρες προκειμένου να προάγουν τα άυλα χαρακτηριστικά τους.
Η πολιτιστική διπλωματία είναι ένα είδος δημόσιας διπλωματίας που περιλαμβάνει «την ανταλλαγή ιδεών, πληροφοριών, τέχνης, γλώσσας και άλλων πτυχών του πολιτισμού μεταξύ των εθνών και των λαών τους με σκοπό την προώθηση της αμοιβαίας κατανόησης». Η πολιτιστική διπλωματία αποκαλύπτει την ψυχή ενός έθνους, η οποία με τη σειρά της δημιουργεί επιρροές και μπορεί και παίζει σημαντικό ρόλο στην επίτευξη προσέγγισης και κατανόησης των λαών.
Μέσα από τη νέα κατάσταση που δημιουργήθηκε στον χώρο των Βαλκανίων υπάρχουν οι προϋποθέσεις εκείνες, ώστε η Δύση να ανακαλύψει τη δική μας καλλιτεχνική δημιουργία και να αναγνωρίσει την προστιθέμενη αξία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

Πηγή: lifo.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου